Κουνέλι ανά χείρας

του Παναγιώτη Γκούβερη*

 

Πότε εδώ και πότε εκεί. Και λίγο περισσότερο εκεί. Αυτή τη ζωή έφτιαχνε ο Νικολής. Καθημερινές έλεγαν τις μέρες όπου απολάμβανε τον ύπνο του εις την μητρική στέγην και ΠΣΚ ονομάτιζε τα ημερονύκτια όπου και ξαπόσταινε εις την πατρικήν. Και είχε γονείς περήφανους με κομπορρημοσύνη που εκατάφεραν παρά τον χωρισμό τους και παρά τις απιστίες τους να μοιράσουν με κάποια ισομέρεια τον υιό.

Και όλα εγίνηκαν έτσι στο παιδί, περίεργα φτιάχτηκαν, σε σημείο που όταν θρηνούσε ο μικρός για πράγματα απλά και εφόσον ήταν παραπλεύρως της μητέρας έκλαιγε περισσότερο ο δεξιός του οφθαλμός, όταν δε σιμά του πατέρα έκλαιγε ο άλλος οφθαλμός σειρά του. Άλλοτε δεξιόθρηνος άλλοτε και ζερβός.

Και ποιήματα έλεγε ο Νικόλης – ιδίως τα Χριστούγεννα ήτο παιδάκι μόνο – εις τας σχολικάς ανιαράς εορτάς και έχαιρε την παρουσία αμφότερων γονέων. Η μήτηρ του εις την δεξιά μεριά και έμπροσθεν του αμφιθεάτρου, ο δε άλλος γονέας εις την διαγώνιο, αριστερά και όπισθεν. Και έκραζε μετά την τελευταία συλλαβή του ποιήματος η μήτηρ “Μπράβο Μπράβο εδώ κοίτα εδώ “ και άστραφτε το μητρικό φλας και έκραζε και ο πατέρας, με κάποιο φλας και αυτός, από τα οπίσω και όλο πλαγιαστός και πλαγιοκοπημένος έβγαινε στις φωτογραφίες ο Νικολής.

Οι γονείς του Νικολή είχαν χρόνια να αγγίξουν μεταξύ τους. Χειραψίες δεν κάναν και όταν παρέδιδαν την τσάντα – “Να η τσάντα να κάνει το φυλλάδιο¨ – μεριμνούσαν ώστε να μην παρασταθούν ταυτόχρονα τα χέρια στη λαβή. Έπεφτε η τσάντα που και πού και ολίγον γίνοντο περίεργα τσαλακωμένα τετράδια και βιβλία του Νικολή θύματα και τούτα των ανέγγιχτων γονέων.

Και όλα αυτά – καημένο παιδί – τον πείραζαν τον Νικολή και ένοιωθε μια κίνηση να τον διακατέχει. Αυτά δεν συνηθίζονται ποτέ και αν δεν αλλάξουν…

Ο Νικολής είχε στην κατοχή του ένα κουνέλι. Όχι ένα, πολλά είχε ο Νικολής και άπαντα πλήν του πλέον πρόσφατου ήτο πλέον νεκρά. Εις την αρχή των πραγμάτων ο Νικολής συνήθιζε να αντικαθιστά τον έκαστο νεκροκούνελο με νέο τουλάχιστον ιδίου χρώματος – αν όχι και ιδίου αναστήματος – ωστόσο ο καιρός πέρασε και ανάλογοι εικαστικοί καταναγκασμοί εξέλειψαν από το παιδί. Πότε έπεφτε εις την γαβάθα του ασανσέρ το τρωκτικό πότε σφήνωνε οπίσω από τρεμάμενο πλυντήριο πότε ευρισκόταν σε κάνα υψηλό κλαδί, εν τέλει το ζωντανό υπό συνθήκες όχι άδολες κατέληγε νεκρό. Είναι τα κουνέλια τέτοια ζωντανά που για λόγους άγνωστους ματώνουν λίγο εις την κοίμηση τους, ίσως μια κηλίδα εκ της ρινικής τους οπής, ίσως κανένα δόντι – από τα δύο – εθρυμματίζετο, μέχρις εκεί. Η οικεία φιλοζωική εταιρεία εγνώριζε το δράμα των ομοιαζόντων με λαγό ζωντανών εις τις δύο γονεϊκές γειτονιές όμως σημασία δεν εφιστούσε καθότι το βάρος της προσοχής της κατείχε αποκλειστικώς η διάσωση αδέσποτων κυνών και επαναληπτικών χελωνών.

Ήτο λοιπόν τα πασχάλια αυτά ζώα χρήσιμα για λόγους όχι έναν εις τον Νικολή. Εις εξ αυτών ήταν ο θάνατός τους άλλος δε, ήταν να τα χαϊδεύει να τα φιλά και να τα μουσουδιάζει κατά τη διάρκεια παράδοσης – παραλαβής του από τον ένα γονέα εις τον άλλο. Διότι πράγματι οι γονείς την ώρα αυτή απασχολούντο με τη λαβή της τσάντας ωστόσο ο Νικολής – άλλωστε δεν αγαπούσε τα μαθήματα – απαιτούσε ένα δικαίωμα απτικό προς το κουνέλι του.

Και λίγος καιρός πέρασε όμως έτσι ψηλώνουν τα παιδιά εντός ολίγου, να σου και ο Νικολής ένα σαρανταεπτά να σου και ο Νικολής παπούτσι τριανταοκτώ να σου και ο Νικολής χωρίς κουνέλι.

Διότι φέρουν μια φήμη τα κουνέλια κατάλληλη για νήπια ίσως και νεανίσκους πρώτης ηλικίας σχολικής όμως μετά το τρίτο σκαλοπάτι του Δημοτικού χάνουν την αίγλη και την καταλληλότητά τους.

Και ένας εκνευρισμός πλέον διήρχετο το σώμα του Νικολή όταν πλησίαζε η ώρα παράδοσης-παραλαβής, δίχως κουνέλι ανά χείρας και ολίγον αποζητούσε περίεργα ατυχήματα αυτήν την ώρα. Και ευχόταν ο Νικολής να στασιάσει ο ανελκυστήρ την ώρα εκείνη ή τέλος πάντων διέσχιζε τους δρόμους με ολίγη προσοχή και εξέρχετο από το όχημα του γονέα παραδότη δίχως την πρέπουσα αντίληψη.

Και ο Νικολής δίχως κουνέλι ψηλός και αδέξιος εγέμισε μέλανους καθότι συχνά πλέον σκόνταπτε, συχνά επέρναγαν ξυστά αμάξια και ουδόλως του έλεγε κανείς να φορεί τη ζώνη του συνοδηγού. Κουράστηκαν και οι γονείς αμφότεροι που γέννησαν κάποτε υιό, σύναψαν και δεσμούς, προχώρησε η ζωή και στα μάτια τους ο Νικολής δεν ήτο ένα πλέον ύψος αλλά ήτο πλέον ένα βάρος. Με τον καιρό ξέφτισε και η ώρα παράδοσης παραλαβής, παρεδόθησαν δύο μπρελόκ εις το παιδί μετά μητρικών και πατρικών κλείδων και του εμήνυσαν ότι πλέον μπορεί να διαμένει όποτε και όπου θέλει αρκεί να ειδοποιεί.

Και έτσι ο Νικολής γυρνούσε, ήτο συνήθως αχτένιστο παιδί, έπινε νερό εις τις πλατείες με βρυσούλες, έτρωγε σάντουιτς από οικείο γοργορεστοράν το οποίο και επλήρωνε μετά εις εκ των γονέων και – έτσι για να θυμάται – κουβαλούσε επί των ώμων το σχολικό σακίδιο.

Ήρθε το καλοκαίρι και έπειτα από την σχολική εορτή – δίχως πλέον κανέναν γονέα να τον πλαγιοκοπά – το αγόρι έπιασε μια λύπη καθότι τούτος και τούτη που τον γέννησαν είχαν εκκινήσει τις προβλεπόμενες διακοπές θέρους δίχως να τον σκεφτούν. Και η μάνα – να σου πετύχει – ήλπιζε πως το παιδί θα έμενε εις τον πατέρα του, και κάτι τέτοια αντίστοιχα ήλπιζε και ο πατέρας.

Και ο Νικολής έφαγε ένα σάντουιτς, έκανε και ένα λούσιμο στη μητρική οικία έκανε και έναν ύπνο τον μεσημεριανό στην πατρική και εκάθησε ενώπιον μιας τηλεόρασης μαύρης ψηλής να βλέπει πότε αθλητικά, πότε για τις ζωές των ζώων, πότε κάτι χαλιά να πλουμίζονται, έβρισκε μια παρηγοριά. Και ύστερα ο Νικολής δεν πεινούσε, δεν νύσταζε ήτανε καθαρός και ένοιωσε μια νοσταλγία για τίποτα κουνέλια.

Την ημέρα εκείνη το παιδί φόρεσε λευκά ημίμποτα των οποίων και τα σχοινιά ήταν λευκά. Και ύστερα φόρεσε καπέλο λευκό ανεστραμμένο και πανωφόρι του οποίου τα πούπουλα προφανώς και αυτά λευκά ήταν ωστόσο αναποτελεσματικά.

Ολίγο προτού εξέλθει από την οικία έριξε έναν χορό και αν είχαν οι χοροί χρώματα και αυτόν λευκό θα τον κατέτασσα πάραυτα. Εντός του ανελκυστήρος ο χορός εσυνεχίσθη μέχρι ψηλά, είναι ωραίο να χορεύεις στις ταράτσες. Και μπήκε μια ιδέα ανίκητη στο Νικολή να χορέψει μ’ ένα πήδο τελευταίο έως την διπλανή ταράτσα, όμως – η αλήθεια να λέγεται- το παιδί δεν εχρησιμοποίησε όλη του τη ρώμη και όλη του την απόφαση σε αυτό τον τελευταίο πήδο ο οποίος και απέτυχε παταγωδώς.

Εις την κάθοδο του Νικολή του μπήκε μια άλλη ιδέα ανίκητη και ένοιωσε έναν ανίκητο σπασμό στη μύτη του τον οποίο πρόλαβε να πραγματώσει μία ίσως και δύο φορές. Και κατά τρόπο τέτοιο πρώτα η μύτη ύστερα το υπόλοιπο παιδί κουνέλιασε.

 

 

* Ο Παναγιώτης Γκούβερης ζει και εργάζεται στις Σέρρες ως Ειδικός Παιδαγωγός. Το έργο του «Μην κλαις, ρε Γοργόνα» (θεατρικοί μονόλογοι) κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Μανδραγόρας, Παρέμβαση και Δίοδος 66100. Δείτε περισσότερα για το νέο του έργο στον πιο κάτω σύνδεσμο:

http://www.gavrielidesbooks.gr/showtitle.aspx?vid=2271