Χυλόπιτα Σουβλάκι

Σε σουβλατζίδικο μεσημέρι καλοκαίρι

Από αυτά τα μοντέρνα με το κατεψυγμένο στη σχάρα σε καλαμάκι που το λένε οι καλαμαράδες. Πίτα, τζατζίκι; Ναι πίτα και τζατζίκι. Δεν πρόκειται να φιλήσουμε κανένα το βράδυ. Γυρίζω στη φίλη μου κρυφογελώντας με νόημα. Ε;

Στην αναμονή για το σουβλάκι. Μετά το πρωινό μπάνιο στη θάλασσα. Καθήστε, θα σας φωνάξουμε το όνομα όταν ετοιμαστεί η παραγγελία. Καθόμαστε. Είναι καλοκαίρι, είναι μεσημέρι και θέλουμε τραπεζάκι μακριά από την κουζίνα να μην ιδρώνουμε.

Την είδα. Έχει κοντοκουρεμένο αγορέ μαλλί και πίνει. Είναι μεσημέρι και πίνει. Πάντα μού κλωτσάει κάτι ως εικόνα να βλέπω γυναίκα να πίνει. Ίσως να φταίνε τα χαζά φακελάκια του μυαλού, που μου έφτιαξε η κλειστή κοινωνία του νησιού μου, που δεν θέλει γυναίκα με τσιγάρο και ποτό στο χέρι. Έχει στυλ σέξι ροκ. Η κοπέλα με το κοντοκουρεμένο αγορέ μαλλί. Φοράει στενό μπλουζάκι και κοντό σορτσάκι. Δεν είναι Κύπρια. Μάλλον για διακοπές εδώ.

Απέναντι της -στο ίδιο τραπέζι- κάθεται ένας άντρας ανέκφραστος. Ελαφρώς συνοφρυωμένος. Κοιτάζει ευθεία. Δεν δείχνει να θέλει να κάθεται εκεί. Μαζί της. Δεν είναι Κύπριος. Μάλλον για διακοπές εδώ. Συνοδός της. Αυτή συνεχίζει να πίνει. Είναι σκυμμένη και δεν μπορώ να δω έκφραση.

Ξαφνικά κάνει να σηκωθεί από την καρέκλα. Δεν τα καταφέρνει. Σωριάστηκε χάμω. Προσπαθεί να ξανασηκωθεί. Δύσκολο. Ο άντρας στο τραπέζι το δικό της δεν μπαίνει στον κόπο να τη βοηθήσει. Συνεχίζει να κοιτάει ευθεία. Δείχνει ενοχλημένος από την κατρακύλα της.

Τελικά κατορθώνει να σταθεί στα πόδια της. Προσπαθεί να κάνει ακόμα δύο βήματα, αλλά ξανασωριάζεται στο πάτωμα. Ο άντρας στο ίδιο τραπέζι το δικό τους -συνοδός της- δείχνει να ντρέπεται για λογαριασμό της. Αυτή τη φορά κάνει να σηκωθεί να βοηθήσει (έχει όλος ο κόσμος στο μαγαζί στρέψει το βλέμμα πάνω τους ), αλλά τον προλαβαίνουν δύο σερβιτόροι που παρακολουθούν από ώρα τη σκηνή. Τρέχουν και την παίρνουν αγκαζέ. Την οδηγούν προφανώς στην τουαλέτα.

Κοιτάζω μια τη φίλη μου και μια τον άντρα στο τραπέζι της κοπέλας, τον συνοδό της. Δείχνει να θέλει να εξαφανιστεί αλλά να αναγκάζεται να μείνει εκεί. Πρέπει να τη χώρισε. Έτσι; Η φίλη μου συμφωνεί και προσθέτει το υποθετικό σενάριο να τον έπιασε και με άλλη.

Οι σερβιτόροι επιστρέφουν αγκαζέ την κοπέλα από τις τουαλέτες στο τραπέζι. Ο άντρας στο τραπέζι -ο συνοδός της - δεν υποφέρει άλλη τυπικότητα και σηκώνεται να φύγει. Κάτι του λέει που δεν βγάζει νόημα. Είναι χαμένη. Αφημένη. Παρατημένη.

Τη συμπονώ. Γυρίζω στη φίλη μου. Ξέρεις ποιο τραγούδι θυμήθηκα. Χαμογελά. Χαρούλα (Αλεξίου). Όταν πίνει μια γυναίκα. Ντίρι ντίρι. Κι όταν παραφέρεται. Ντίρι ντίρι. Μην την επαρεξηγείτε. Ντίρι ντίρι. Πώς πονάει δεν ξέρετε. Χαμογελούμε κι οι δυο. Την ώρα που η μεθυσμένη κοπέλα με το αγορέ μαλλί παραμένει γκρεμοτσακισμένη στο τραπέζι της. Έφυγε αυτός; ρωτώ τη φίλη μου αναφερόμενη στον συνοδό. "Με ελαφρά πηδηματάκια", μού απαντά.

Σκέφτηκα να την πλησιάσω. Από φεμινιστική αλληλεγγύη που λένε. Όμως τι θα πετύχαινα; Η κοπέλα δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Έφαγε πόρτα. Απόρριψη. Βρήκε λύση το ποτό. Αν είναι λύση.

Τη νύχτα ή την επομένη θα ερχόταν στα σύγκαλά της. Θα έπρεπε να διαχειριστεί την απόρριψη. Κάποια στιγμή νηφάλια. Θα πρέπει να πάει λίγο πίσω στον χρόνο. Πόσες πόρτες έκλεισε η ίδια σε άλλους; Πολύ όμορφη δεν ήταν, αλλά είχε ωραίο στυλάκι. Λίγο φευγάτη. Τραβηκτική με τον τρόπο της. Πρέπει να έριξε χυλόπιτες αρκετές στο διάβα της, ειδικά στο παρελθόν νεαρότερη, ειδικά σε τύπους καλού παιδιού. Πρέπει να της άρεσαν οι επίσης φευγάτοι όπως η ίδια.

Οι πόρτες είναι δανεικές. Τη μια την κλείνεις εσύ εντέχνως κι αθόρυβα σε άλλους. Την άλλη σού τη βροντάνε οι άλλοι στα μούτρα. Όλα στο παιχνίδι είναι, αν έχει κανείς τη διάθεση να μπει στο παιχνίδι. Πολλές φορές δεν έχει να κάνει με το πρόσωπο που κλείνει την πόρτα. Τον φευγάτο συνοδό -που δεν μπήκε στον κόπο να τη σηκώσει από το πάτωμα- τι να τον κάνει η κοπέλα; Τι μπορούσε να της προσφέρει; Αυτός έδειχνε καμένο χαρτί χρόνια τώρα και στον έρωτα και στην ευαισθησία και αλλού πιθανόν. Είναι η ίδια η πόρτα που ίσως γρατσουνάει και τσούζει την καρδιά.

Η κάθε πόρτα όμως (όχι μόνο στον έρωτα, μα και στη φιλία, στο πανεπιστήμιο, στη δουλειά) κρύβει ένα καλό. Γκρεμίζει πετραδάκι πετραδάκι από τα κάστρα του εγωισμού και της αυτοάμυνας. Δείχνει πως δεν υπάρχει άνθρωπος άτρωτος, ανίκητος, αλύγιστος. Τον άνθρωπο που τρώει πόρτα και βγάζει μίσος κι εχθρικότητα και μετά έχει ανάγκη να μοιράσει πόρτες ο ίδιος από εκδίκηση, τον φοβάμαι. Αγαπώ αυτόν που έγινε πιο γλυκός από την πληγή της απόρριψης. Και μπορεί να νιώσει τις πληγές του διπλανού. Ή μιας μεθυσμένης κοπέλας με κοντοκουρεμένο αγορέ μαλλί ένα μεσημέρι, ένα καλοκαίρι, σε ένα σουβλατζίδικο.

 

Κούλα Στυλιανού