Ο καλός καναπές

Κληρονόμησα έναν καναπέ. Από το πατρικό. Ανέγγιχτο από τον χρόνο. Ανέγγιχτο από εμάς. Δεν θυμάμαι να καθήσαμε ποτέ σε αυτόν τον καναπέ κανένας μας. Ήταν για τους ξένους. Σκαλιστός, μεγαλοπρεπής. Εγώ τον καναπέ της κουζίνας αγαπώ γιατί γνωριζόμαστε καλά. Ξέρω τις γραμμές του, τα βάθη του, τα κοιλώματά του, τα γδαρσίματά του. Έχει μικρά σημεία που είναι και καμένος λόγω που τον είχαμε δίπλα στο τζάκι. Υπήρχε επαφή. Και τριβή. Άρα, δύσκολο να μην έχει πληγές.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τον πρόσεχε τόσο πολύ η μάμμα μου τον καναπέ του σαλονιού. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον είχαμε μέσα στο σπίτι, αν δεν ήταν να καθόμαστε επάνω. Τι θέλαμε να δείξουμε στους ξένους που τον είχαμε; Πως είμαστε πλούσιοι; Πως είχαμε γούστο; Πως προσέχουμε αυτά που έχουμε; Τι τον θέλαμε έναν ανέγγιχτο καναπέ μέσα σε σπίτι με πρόσωπα που μιλούσαν πολύ, που φιλοσοφούσαν πολύ, που φώναζαν πολύ, που τσακώνονταν πολύ, που αγαπιόντουσαν πολύ;

Σκέφτηκα να του αλλάξω ταπετσαρία. Να μεταμόρφωσω τα παλιά αντικείμενα που είναι και της μοδός της σημερινής η τάση. Μα δεν είχε κάτι να διορθωθεί. Ανέγγιχτος, ανέπαφος, προστατευμένος. Ξένος. Επειδή ήτανε για τους ξένους. Ένα ξένο στοιχείο μέσα σε τόσο ζεστό σπίτι.

Μοιάζει τούτος ο καναπές με τους ανθρώπους. Τους ατσαλάκωτους, τους ανέγγιχτους, τους ανθρώπους βιτρίνα. Αυτούς που δεν ένιωσαν χάδι από παλάμη ζεστή. Που έμειναν χρόνια παγωμένοι και ξένοι. Που στερήθηκαν την επαφή και την αγάπη. Τους προστάτευσαν για να μην φθαρούν, να μην χαλάσουν το σχήμα. Να μην τραυματιστούν από τις πληγές της επαφής με τους ανθρώπους.

Μου έβαλε όρο. Η μάμμα μου. Να μην αφήνω τα μικρά να κυλιούνται επάνω. Να τον κρατήσω καθαρό, ατσαλάκωτο. Χαμογέλασα. Επειδή έχω άλλα σχέδια για τον καλό καναπέ του καλού σαλονιού μας. Αυτή η γενιά που τον κληρονόμησε θα τον γνωρίσει, θα τον αγγίξει κι ας πονέσει. Θα αφήσει πάνω του σημάδια και ρυτίδες επαφής, τριβής και αγάπης.

Κρίμα να πεθαίνουν άνθρωποι και πράγματα ανέγγιχτα...

 

Κούλα Στυλιανού