Σκιά στο παράθυρο της εκκλησίας

του Ιωάννη Χριστοδούλου

 

στη μνήμη του παππού μου, πατρός Νικολάου

-Ιστορία, παππού, ιστορία! είπα ξαφνικά, αφήνοντας στην άκρη το βιβλίο που διάβαζα, καθισμένος δίπλα στον παππού, στο τζάκι, παιδί στα 13 μου…
Ο γέροντας κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του το ζωγραφιστό πρόσωπό μου, ροδοκόκκινο από τις φλόγες που χόρευαν δίπλα μας, στο τζάκι…
-Βέβαια, Γιάννη μου! Η εφημερίδα μπορεί να περιμένει!
Έκανε και σ’ εκείνον καλό να θυμάται. Ο νους του μπορούσε να τρέξει γρήγορα στο παρελθόν, με ταχύτητα που ξάφνιαζε και τον ίδιο πολλές φορές. Έτσι έτρεξε και τώρα…
-Έχεις προτίμηση, Γιάννη μου; μου είπε. Θέλεις ιστορία από την εκκλησία ή από το χωριό;
Ο παππούς μου, ο μοναδικός μου παππούς, ήταν ιερέας με όλη τη σημασία της λέξης. Το ιερό έπαιρνε στη μορφή του ξεχωριστή σημασία για μένα, αλλά και για πολλούς που τον γνώριζαν και προσέτρεχαν κοντά του, ακόμα και μετά τη σύνταξή του.
-Από την εκκλησία, παππού!
Ο παππούς μου έβγαλε τα γυαλιά του, έκλεισε για λίγο τα μάτια του, σαν για να μεταφερθεί στην παλιά εκκλησία του χωριού…
-Θυμάσαι που σου μίλησα για την εκκλησία μου; μου είπε, κοιτάζοντάς με βαθιά, χωρίς να έχω προλάβει να δω πότε άνοιξε τα μάτια του.
-Θυμάμαι! του είπα.
-Μια μέρα, λοιπόν, γύρω στα 1948, μετά τον μεγάλο πόλεμο και προς το τέλος του εμφυλίου, εκεί που ετοιμαζόμουν για τον εσπερινό, βλέπω μια σκιά να περνάει πάνω από την αγία Τράπεζα. Μέχρι τότε η Τράπεζα φωτιζόταν καλά, γιατί ο ήλιος, που έδυε, έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο. Κοίταξα αμέσως έξω, μήπως και μπορέσω να διακρίνω τι προκάλεσε τη σκιά. Δεν υπήρχε τίποτα. Συνέχισε το παράθυρο να είναι φωτεινό. Παραξενεύτηκα. Δεν είχα χρόνο, όμως, και δεν το σκέφτηκα περισσότερο. Έκανα τον εσπερινό και έμεινα μόνος μου στην εκκλησία. Είχε βραδιάσει, πια, και άρχισα να σβήνω τα φώτα, για να φύγω. Έσβησα και το τελευταίο φως, και έμειναν μόνο τα καντήλια να φωτίζουν την εκκλησία. Μου άρεσε, όταν έσβηνα τα φώτα, να κάθομαι στην καρέκλα μου, στο ιερό, να σκέφτομαι λίγο, να προσεύχομαι και μετά να φεύγω. Ξαφνικά άκουσα έναν χτύπο στην πόρτα του ιερού. Σηκώθηκα, άνοιξα τη δεξιά πόρτα και είδα μπροστά μου έναν πανύψηλο άνθρωπο, γύρω στα 40, να με κοιτάζει.
«Καλησπέρα!», του είπα. «Θέλεις κάτι;»  
«Καλησπέρα σας!», μου είπε. «Θέλω λίγο να σας δω…»
«Ευχαρίστως!», του απάντησα και έκανα να βγω από το ιερό.
«Δεν χρειάζεται», μου είπε, «να βγείτε.» «Θα σας πω αυτό που θέλω και θα φύγω.»  
Ήταν σαν να με εμπόδιζε να βγω. Άρχισα να ανησυχώ. «Πες μου», του είπα.
«Σε λίγο», μου είπε, «όταν θα βγείτε από την εκκλησία, να μην πάρετε τον δρόμο που παίρνετε συνήθως, αριστερά από την εκκλησία και προς τα πάνω, κατευθείαν στο σπίτι σας. Στρίψτε δεξιά, κατεβείτε κάτω στο καφενείο του χωριού και κάντε το γύρο.»
«Γιατί;», τον ρώτησα, «τι συμβαίνει;»
Με κοιτούσε σαν να μη με άκουγε. «Καληνύχτα σας, πατέρα Νικόλαε» μου είπε, σαν να με ήξερε χρόνια. Γύρισε την πλάτη του και, με γρήγορα βήματα, έφυγε από τη δεξιά πόρτα της εκκλησίας. Προβληματίστηκα πολύ. Προσπαθούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. Φόρεσα το πανωφόρι μου, έκλεισα τις πλαϊνές πόρτες της εκκλησίας και προχώρησα προς την κεντρική έξοδο. Γύρισα, έκανα τον σταυρό μου και βγήκα έξω. Κλείδωσα την πόρτα και κοντοστάθηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω!
Ο παππούς μου γύρισε και με κοίταξε, δίπλα του, σαν να μη με αναγνώριζε. Τόσο βαθιά είχε βυθιστεί στις αναμνήσεις του. Με ρώτησε αν καταλαβαίνω.
-Βέβαια, του είπα, παππού. Καταλαβαίνω! Και περιμένω να μου πεις τη συνέχεια!
Εκείνος γύρισε προς το τζάκι και άπλωσε τα χέρια του για να ζεσταθεί, σαν να μην καθόταν ακριβώς δίπλα στη φωτιά, σαν να είχε νιώσει το κρύο εκείνης της νύχτας του Δεκέμβρη, που βγήκε από την εκκλησία και δεν ήξερε ποιον δρόμο να πάρει…
-Σαν να ζεις την ιστορία τώρα, παππού! του είπα.
-Σαν να τη ζω πάντα… μου είπε, κι έκλεισε τα μάτια του. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, συνέχισε, αλλά αποφάσισα να κάνω αυτό που μου είχε πει ο άγνωστος. Πήρα τον δρόμο που μου είπε, παρόλο που έκανε κρύο και θα έφθανα στο σπίτι αργότερα. Τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν διαρκώς τα λόγια του ανθρώπου. Σηκώθηκα νωρίς, στις 5.00, γιατί ήταν Κυριακή. Πήρα τον δρόμο για την εκκλησία. Δεν ήξερα, όταν έφθασα κοντά, από πού έπρεπε να περάσω. Από δεξιά, εννοώ, ή αριστερά. Αποφάσισα ότι δεν είχε σημασία. Ήταν σκοτάδι, άλλωστε, και δεν μπορούσα να δω κάτι. Μπήκα στην εκκλησία, προσκύνησα τις εικόνες και μπήκα στο ιερό. Αυτό που είδα όταν μπήκα μέσα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ!
-Τι είδες παππού; του είπα. Τον είδα να δαγκώνει τα χείλη του.
-Είδα τρία παιδιά…, μου απάντησε.
-Τρία παιδιά; Πού;
-Ξάπλωναν μπροστά στην αγία Τράπεζα. Κοιμούνταν...
-Πώς μπήκαν μέσα στην Εκκλησία;
-Έμαθα αργότερα. Ο άγνωστος άνθρωπος ήταν αντάρτης. Είχε κρύψει τα παιδιά από την πλευρά της εκκλησίας που μου είχε πει να μην περάσω, σε μια μικρή αποθήκη που δεν κλείδωνα ποτέ. Μέσα υπήρχε ένα κλειδί για την πόρτα του ιερού, κρυμμένο.
-Ποια ήταν τα παιδιά, παππού;
-Ήταν παιδιά ενός συναγωνιστή του, που είχε σκοτωθεί σε μια μάχη, την Παρασκευή.
-Κι έφερε τα παιδιά για να τα κρύψεις;
-Ναι, και για να τα φροντίσω…
-Πώς τα έλεγαν;
-Άγγελο, Βασίλη και Πέτρο.
-Άγγελο! Όπως λένε τον πατέρα μου!
-Ναι… Όπως λένε τον πατέρα σου...
-Και τι έκανες, παππού; Τα είχες σαν παιδιά σου;
-Ναι, μου είπε, και ακόμα τα έχω σαν παιδιά μου…
Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του παππού. Το σκούπισε αμέσως.
-Βγήκε λίγος καπνός, μου είπε, από το τζάκι. Φυσάει έξω.
-Ναι, παππού, του είπα. Φυσάει…
-Σου άρεσε η ιστορία, Γιάννη μου;
-Πολύ ωραία παππού μου! Σ’ ευχαριστώ!
-Κι εγώ, παιδί μου, μου είπε. Κι εγώ…
Ο μοναδικός παππούς που γνώρισα ήταν ο ιερέας που γνώρισε ο πατέρας μου, ο Άγγελος, ως πατέρα του…
 
 
                                                                        Δρ Ιωάννης Σ. Χριστοδούλου
 
(Θα δημοσιευθεί το Φθινόπωρο του 2017 σε συλλογικό τόμο με διηγήματα που διαγωνίστηκαν στον 1ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Σωματείου "Εστία Ρουμλουκιωτών".)