Το Είναι και η Σκιά του...

Όταν ήμουν μικρός στον Κορμακίτη μου... ο μακαρισμένος μου πατέρας, ένα πρωινό, με έβγαλε -έξω- στην αυλή. Με γύρισε πλάτη στον Ήλιο. Δες τη σκιά σου, μου είπε. Τι παρατηρείς; Eίναι τεράστια, πατέρα, του είπα.. και κρυφοχαμογέλασα. Και τράβηξε, μ' ένα κλαδί, μια γραμμή από τις μύτες των ποδιών μου... μέχρι -εκεί- που τελείωνε η σκιά μου. Πέσε, τώρα, μπρούμυτα... πάνω της, με προέτρεψε.Τι παρατηρείς; Μικραίνει, πατέρα, του έλεγα... καθώς έπεφτα στο έδαφος. Κι όταν έπεσα, εντελώς... έγινε όση κι εγώ, πατέρα. Θα τα πούμε το μεσημέρι, μου είπε. Κι αφού με φίλησε στο μάγουλο, έφυγε για τα χωράφια του. Το μεσημέρι, που επέστρεψε κι αφού γευματίσαμε, με ξαναπήρε στο ίδιο σημείο και ξανάγινε το ίδιο. Η σκιά, όμως, ήταν πολύ μικρότερη, τώρα... μα σαν έπεσα πάνω της, μπρούμυτα και πάλι... μεγάλωσε κι έγινε όση κι εγώ. Το απόγευμα... όπως το πρωί. Ήταν μεγαλύτερη και μετά... όση κι εγώ. Τι κατάλαβες, με ρώτησε... καθώς το λιόγερμα χάιδευε τον ορίζοντα τής θάλασσας τού Λιθράτη μας, στο βάθος. Πως άλλο είναι το πόσος φαίνομαι κι άλλο το πόσος είμαι, πατέρα! Αυτό, να το θυμάσαι, πάντα, γιε μου, μου είπε. Για τους άλλους, αλλά και για σένα, πολλές φορές... θα φαίνεσαι μεγαλύτερος ή μικρότερος απ' όσος είσαι. Το φαίνομαι αλλάζει... το είμαι, όμως, όχι! Μην παίρνουν, λοιπόν, τα μυαλά σου αέρα, όταν μεγαλώνει η σκιά σου, στα όποια πρωινά και δειλινά... κι ούτε να σε παίρνει από κάτω, όταν μικραίνει, στα όποια μεσημέρια. Να ξαπλώνεις, πάντα... μπρούμυτα, πάνω της, στο χώμα... και ν' αγγίζεις το απόλυτο μεγαλείο τής ανθρώπινής σου ταπεινότητας. Εκεί... θα είσαι, πάντα, όσος είσαι! Κι αυτός, πάντα, να είσαι, γιε μου! Ταπεινός... κι όσος είσαι! Και... αν δεν είμαι, μαζί σου, μια μέρα... μην ξεχνάς...... να το φιλάς και λίγο το χώμα... να σε νιώθω... και να χαμογελάω...

 

Κουμέττος Κατσιολούδης