Στον ουτοπικό παράδεισο της παράνοιας

Ο ‘Άγνωστος Χ’ μεγάλωσε σε μια επαρχία, μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Παρά την μικρή χιλιομετρική απόσταση, η απόκλιση μεταξύ των τρόπων ζωής των δύο τόπων ήταν τεράστια. Στην επαρχία του ‘Αγνώστου Χ’, οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία, οι οποίες τους προσέφεραν οικονομική αυτάρκεια, καθώς πραγματοποιούσαν εμπορικές συναλλαγές με τις τριγύρω επαρχίες, αλλά και με την Αθήνα. Δεν χρειαζόταν να ταξιδεύουν συχνά στην Αθήνα, καθώς οι Αθηναίοι έμποροι επέλεγαν να τους επισκέπτονται οι ίδιοι. Ο πατέρας του ‘Αγνώστου Χ’ ήταν ο μόνος που έκανε συχνά επαγγελματικά ταξίδια στην Αθήνα, καθώς η αδερφή του διέμενε στην πρωτεύουσα, στο πατρικό τους, οπότε και ένιωθε την ανάγκη να την επισκέπτεται. Ο πατέρας του ‘Αγνώστου Χ’ ήταν βέρα Αθηναίος. Μεγάλωσε και έζησε στην περιοχή των Πατησίων. Εκεί μεγάλωσε και η γυναίκα του, η μητέρα του ‘Αγνώστου Χ’. Αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να ξεκινήσουν τη ζωή τους από το μηδέν, όταν πληροφορήθηκαν το χαρμόσυνο μαντάτο της εγκυμοσύνης. Είχαν κουραστεί από την ματαιοδοξία και την κοινωνική αντιπαλότητα της πόλης. Ήθελαν να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο γι’αυτούς και το παιδί τους...κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ΄90.

Ο νέος κόσμος της ζωής του ‘Αγνώστου Χ’, η ήρεμη και απόμερη ζωή της επαρχίας, γεννούσε τις ιδέες λατρείας της φύσης και των αγαθών της και πάνω απ’όλα τις ιδέες και τα συναισθήματα αγάπης, ενσυναίσθησης και ψυχικής ευημερίας. Γεννούσε, όμως, και μια έντονη δυσαρέσκεια, ίσως και μίσος, απέναντι στην χαοτική κουλτούρα της πόλης. Οι γονείς του ‘Αγνώστου Χ’ κατέκριναν σθεναρά τον σύγχρονο βιομηχανοποιημένο και, άκρως, οικονομοκρατούμενο τρόπο ζωής. Θεωρούσαν πως απομακρύνει τον άνθρωπο από τις πραγματικές χαρές της ζωής, από την αληθινή ευτυχία...από τον ίδιο του τον εαυτό. Είχαν ζήσει, όμως, μέσα σε αυτόν και, έτσι, κατέληξαν σε αυτή τη πίστη. Προέτρεπαν το παιδί τους, τον ‘Άγνωστο Χ’, να παλέψει με όλη του τη ψυχή γαι την μικρή επαρχία, ώστε να παραμείνει καθαρή και αυθεντική, να μην αλλάξει από τίποτα και κανέναν...ποτέ...να είναι πάντα ένας μικρός παράδεισος. Δεν ήθελαν να φύγει για σπουδές. Πίστευαν και του μεταβίβαζαν πως δεν του χρειάζονται πτυχία και νομιμοποιημένη γνώση. Φρόντιζαν, όμως, να μελετά από μικρός πολλών ειδών βιβλία: ιστορίας, κοινωνιολογίας, ψυχολογίας, οικονομικών, ακόμα και ιατρικής. Επιθυμούσαν να έχει σφαιρικές γνώσεις για όλους τους τομείς, γνώσεις που θα τον απομάκρυναν από την σύνταξη με τον σύγχρονο ναρκισσιστικό και άπληστο τρόπο ζωής.Θεωρούσαν πως η ισχυρή γνώση είναι αρκετή για μια σωστά δομημένη προσωπικότητα και πως η εμπειρία περίττευε. Πλανεύτηκαν και πίστεψαν πως είχαν την ικανότητα, μέσω του ‘Αγνώστου Χ’, να δημιουργήσουν την βελτιωμένη τους εκδοχή, τον κατοπτρικό καθρέφτη της ουτοπίας τους. Μα, κοίτα πως τα φέρνει η ζωή...παρελθόν, παρόν και μέλλον μπλέκονται μεταξύ τους...γίνονται τρομακτικά όμοια. Όλα είναι μια παραίσθηση...και οι χρησμοί και τα όνειρα...όλα. Και ξάφνου...το φως απομακρύνεται από τη σκηνή. Ζωή και Θάνατος γίνονται ένα.

Όταν ο ‘Άγνωστος Χ’ έφτασε στα 16 του χρόνια, ο πατέρας του απεβίωσε από φυσικά αίτια. Μετά από λίγους μήνες, η μητέρα του διεγνώσθη με κατάθλιψη και την επόμενη μέρα αυτοκτόνησε. Η θεία του ‘Αγνώστου Χ’ ανέλαβε την κηδεμονία του και τον πήρε να ζήσουν μαζί στην Αθήνα. Ο ‘Άγνωστος Χ’ είχε χάσει το παρελθόν του. Η ιστορία του, αυτή που του δίδαξαν οι ίδιοι του οι γονείς, είχε σβήσει. Απομακρύνθηκε μια για πάντα από το ονειρικό τοπίο της επαρχίας και δεν θέλησε να επιστρέψει ποτέ ξανά...ή ίσως και να θέλησε.

Παρωδία η ζωή. Από το ένα μονοπάτι στο άλλο και εσύ πιστεύεις πως έχεις τον έλεγχο. Τον έχεις; Συνεχείς οι ανατροπές, μέσα σε προκαθορισμένα πλαίσια επιλογών περιορισμένου εύρους. Μα, πώς να χτίσεις καινούριες ελπίδες, όταν το σημαντικότερο κομμάτι του παρελθόντος σου έχει σβήσει; Πώς να αρνηθείς τον πρωταρχικό τρόπο ζωής σου και να γνωρίσεις βίαια έναν καινούριο; Και αν τον αρνηθείς, τί θα γίνει; Θα σε κυνηγήσουν; Θα σε προπηλακίσουν; Μήπως σε σκοτώσουν; Ή μήπως εσύ θα σκοτώσεις τον εαυτό σου; Το μονόπρακτο ξεκινά.

Ο ‘Άγνωστος Χ’ ολοκλήρωσε με επιτυχία τις πανελλήνιες και κατόρθωσε να εισαχθεί στην σχολή της ιατρικής. Από την περίοδο του χαμού των γονιών του έως και τότε, ήταν ένα ήρεμο και συνεσταλμένο αγόρι. Δεν είχε εμφανείς δυσκολίες προσαρμογής στα νέα δεδομένα της ζωής του, στην πρωτεύουσα. Και να είχε...δεν μπορούσες να το αντιληφθείς, καθώς ήταν πολύ εσωστρεφής. Η θεία του εργαζόταν σε πολυεθνική εταιρεία με πολύ απαιτητικό ωράριο και φόρτο εργασίας. Με τον ‘Άγνωστο Χ’ συναναστρέφονταν μόνο το βράδυ για καμιά ώρα, πριν πέσουν για ύπνο. Η εσωστρέφεια του ‘Αγνώστου Χ’ μεταφραζόταν ως προτέρημα από τη θεία του. Ήταν η πιο εύκολη και βολική ερμηνεία για μια γυναίκα που έχει κουραστεί από τις εργασιακές φωνές και την επαγγελματική πολυπλοκότητα. Κατά την διάρκεια του πρώτου έτους των σπουδών του, ο ‘Άγνωστος Χ’ πραγματοποίησε δεσμό με νεαρή συμφοιτήτριά του. Από τις αρχές της σχέσης τους, ο ‘Άγνωστος Χ’ άρχισε να μεταμορφώνει τον εαυτό του σε μια άλλη εκδοχή του. Το ήρεμο και συνετό αγόρι μεταλλάχθηκε σε ένα ακραίο ζηλοτυπικό άτομο. Έμοιαζε να έχει ερωτομανιακές ψευδαισθήσεις: πίστευε πως η κοπέλα του του λέει ψέματα, πως τον απατά, πως κάποιος τον καταδιώκει και θέλει να του την υφαρπάξει. Σταδιακά, άρχισε να θεωρεί πως όλοι οι συμφοιτητές και οι καθηγητές του τον ζηλεύουν και τον κατακρίνουν. Επέλεγε να επιστρέφει στο σπίτι, μονάχα, όταν η θεία του είχε πέσει για ύπνο. Έκανε βόλτες μόνος του, έπαψε να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο και χώρισε από τη σύντροφό του, από δική του επιλογή. Πίστευε πως κανένας δεν τον νοιάζεται και, έτσι, άρχισε να επιζητά, μανιωδώς, τη μοναξιά. Η κοινωνική προσαρμοστικότητα και η προσωπικότητά του διέβαιναν τα μονοπάτια της αποδιοργάνωσης. Άραγε...σου θυμίζει κάτι;

Η σκέψη και η αντίληψη του ‘Αγνώστου Χ’ είχαν διαταραχθεί. Άρχισε να έχει ακουστικές παραισθήσεις, κυρίως υβριστικές: άκουγε πως όλοι τον έβριζαν και τον λογόκριναν επιθετικά για κάθε του επιλογή. Υπέκυπτε στις σκοτεινές φωνές που τον καθοδηγούσαν να παρατήσει τη σχολή του, να φερθεί άσχημα στην πρώην κοπέλα του, να φύγει μακριά από τη θεία του...να πάει αλλού, αλλά πού; Οι φωνές δεν το είχαν ξεκαθαρίσει ακόμα. Το ενδιαφέρον του αποστρεφόταν, μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο, από τα εξωτερικά ερεθίσματα. Οι πάντες και τα πάντα θεωρούνταν εχθροί του. Όποιος προσπαθούσε να τον παροτρύνει σε επίσκεψη σε γιατρό αντιμετωπιζόταν με λεκτική βία, η οποία ήταν έτοιμη να απελευθερωθεί και να εκφορτιστεί και πρακτικά. Οι οριογραμμές είχαν εκτροχιαστεί. Το τρένο του είχε επιλέξει μια επικίνδυνη διαδρομή. Ο ‘Άγνωστος Χ’ αναζητούσε την πλάνη και όχι την αλήθεια. Η σύγχυση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την πραγματικότητα μαρτυρούσε έναν ψυχωτικό ‘Άγνωστο Χ’ που επιθυμούσε να μιλάει με τον ίσκιο του. Αυτός ο νέος ρόλος θα του επέτρεπε το πέρασμα σε έναν άλλον ονειρικό κόσμο...καινούριο, αλλά...και τόσο παλιό.

Ο ‘Άγνωστος Χ’ μεταμφίεσε την πραγματικότητα σε προσωπική του ουτοπία. Περπατούσε μέσα στον ύπνο του. Αρνούταν να ξυπνήσει. Όλοι και όλα τον ενοχλούσαν. Δεν τα ήθελε. Τον απομάκρυναν από το όνειρό του. Η συνείδησή του έμοιαζε μάταιη και σκοτεινή. Ήθελε να ανεβάσει τη δική του παράσταση...να ζήσει στο δικό του θέατρο. «Αφήστε με εδώ, είμαι καλά. Νιώθω όμορφα. Μη με ξυπνάτε, σας παρακαλώ», έλεγε. Ήταν ζεστή και στοργική η λήθη του, την αγάπησε. Έσβησε τον χρόνο και έφευγε μακριά...εκεί που δεν υπάρχουν όρια και περιορισμοί, εκεί που τα θαύματα είναι εφικτά, εκεί που τα όνειρα είναι πλεκτά, σαν αυτά που έπλεκε η μαμά του, όταν ήταν μικρός. Η οργή του μετατράπηκε σε μάσκα γεμάτη σκοτεινά νοήματα. «Είμαι γυμνός τώρα, Κοιμάμαι με τα παράθυρα ανοιχτά. Δεν φοβάμαι, πια, τίποτα. Όλα είναι δημιούργημά μου. Όλα είναι δικό μου έδαφος, η γη μου. Είμαι, επιτέλους, το παρελθόν μου. Είμαι ο απόλυτος κυρίαρχος. Νιώθω παντοδύναμος. Επιστρέφω, τώρα, στο σπίτι...στην μαμά και στον μπαμπά. Αφήσαμε στη μέση τις δουλειές στα χωράφια», είπε.

Αχ ‘Άγνωστε Χ’, όρισες ξαφνικά τα χρώματα του περιγράμματος. Τώρα ζεις, μονάχα, μέσα στα γεωμετρικά σχέδια που εσύ επιθυμείς. Δημιουργείς και λύνεις τις δικές σου εξισώσεις, δια μιας ατόπου οδού. Διαβάζεις ήρεμα τα δικά σου στιχάκια. Η ταυτότητά σου ήταν παραμερισμένη. Δεν την βρήκες ποτέ, αλλά δεν φταις μόνο εσύ. Παρελθόν, παρόν και μέλλον...τρομακτικά όμοια. Όλα είναι μια παραίσθηση...εγώ, εσύ, ο κόσμος...οι εαυτοί μας που δεν μας ανήκουν. Θα ξυπνήσουμε, τελικά, το χάραμα μέσα σε τούτον τον μάταιο κόσμο ή θα γυρίσουμε στην αθωότητα, στην παλιά μας την ταυτότητα;

Αφιερωμένο στον κάθε ‘Άγνωστο Χ’

που επέλεξε να επιστρέψει

στο παρελθόν του.

 

Κωνσταντίνα Κιούση