Ένα χειμωνιάτικο ξημέρωμα καλοκαιριού...

Aποσπάσματα από τις τελευταίες σελίδες του ημερολογίου της Άννυ...

 

4 Αυγούστου, 1997

«Ξημέρωσε και σήμερα, όπως κάθε μέρα. Η χαραυγή της καλοκαιρινής ημέρας λαμβάνει χώρα κατά τις 06:00, περίπου. Σιγά-σιγά, το βαθύ σκοτάδι μετασχηματίζεται σε απαλό φως που κουβαλάει μαζί του τις πρώτες αχτίδες του ήλιου. Σήμερα, όμως, κάτι αλλάζει στον ορίζοντα. Το φως μοιάζει να διστάζει να φανεί…μοιάζει σαν να παραχωρεί τη θέση του σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα που διατηρεί την μεστότητα της χειμωνιάτικης σκοτεινής νυκτός. Η εικόνα αυτή του ουρανού με μπερδεύει, όπως τόσα που με μπερδεύουν εδώ και καιρό. Ίσως και να μην φταίει ο ουρανός, αλλά προβληματίζομαι. Απορώ εάν ξημερώνει ή εάν βραδιάζει πάλι. Άλλωστε, έχω συνηθίσει την θέαση του σκότους, μέσα στη μελωδία των υγρών σειρήνων. Ας κοιμηθώ, πια, λοιπόν. Με κούρασαν οι σκέψεις, οι αναζητήσεις και οι απορίες. Μπορεί να βρω άκρη μέσα από ένα όνειρο. Ίσως να ξυπνήσω και να έχουν λυθεί όλα τα αινίγματα. Ίσως αλλάξει κάτι».

«Ξύπνησα τώρα, 17:00 το απόγευμα. Κοιμήθηκα αρκετά. Το συνηθίζω τον τελευταίο καιρό. Δεν ονειρεύτηκα, όμως. Σπάνια ονειρεύομαι. Ακόμα και αν ονειρευτώ, δεν πλάθει η φαντασία τίποτα όμορφο…μονάχα, αναμοχλεύει τα ίδια και τα ίδια. Δεν αλλάζει τίποτα. Μάλλον, κάτι άλλαξε…η βροχή πέφτει βαριά στα άγρια τσιμέντα και στις στέγες των παλιών κτιρίων του κέντρου της πόλης. Ο ήλιος δεν ανέτειλε σήμερα…κάτι θα ξέρει αυτός. Καλύτερα έτσι. Σήμερα…ναι, έχω δικαιολογία βάσιμη και λογική για να μην πάω πουθενά. Σε τέσσερεις περίπου ώρες, θα νυχτώσει και πάλι. Τί ώρα θα με πάρει σήμερα ο ύπνος; Νιώθω τόσο κουρασμένη. Πρέπει να κάνω κάτι, ώστε να αλλάξει αυτό».

«Τρομερός ο πονοκέφαλος. Έφαγα κάτι και τώρα θα πάρω ασπιρίνη. Θα φτιάξω και καφέ. Διαφορετικά, δεν θα καταφέρω να ξυπνήσω ποτέ. Βουνό θα γίνει πάλι το τασάκι. Με χαλαρώνει το τσιγάρο…ειδικά όταν συνοδεύεται από καφέ ή ποτό. Το ποτό, όμως, είναι για τις βραδινές ώρες…όπου να'ναι δηλαδή. Τα ίδια και τα ίδια. Δεν αλλάζει τίποτα. Ας βάλω να δω μια ταινία. Θα μεταφερθώ, έτσι, σε έναν άλλον κόσμο, σε μια καινούρια πραγματικότητα, σε μια άλλη παράσταση, όπου υπάρχουν όνειρα, υπάρχει θέληση, υπάρχει πράξη…υπάρχει, τέλος πάντων, δράση…υπάρχει ζωή. Μα τί λέω πάλι. Με έχω βαρεθεί, πραγματικά. Αύριο δουλεύω πάλι. Μάλλον, δεν θα προλάβω να αλλάξω τίποτα».

5 Αυγούστου, 1997

«Είναι 14:00 το μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Πριν λίγο ξύπνησα και νιώθω μια απίστευτη κούραση να έχει κυριεύσει το κορμί μου, το κεφάλι μου, τη σκέψη μου. Θα πάρω μια ασπιρίνη και θα πιώ και καφέ, γιατί πρέπει να πάω για δουλειά. Έλεγα να ανοίξω τα παράθυρα λίγο. Έχει ήλιο, αλλά το αεράκι της προηγούμενης βροχερής ημέρας έχει παραμείνει. Ας μην τα ανοίξω. Με ενοχλεί το φως. Προτιμώ το χαμηλό φως των πορτατίφ. Πρέπει να ετοιμαστώ για την δουλειά. Μήπως αλλάξει εκεί κάτι, αλλά δεν νομίζω. Μάλλον το χθεσινοβραδινό ποτό με επηρέασε πολύ και νιώθω τόσο κουρασμένη. Αυτό φταίει που δεν θα αλλάξει τίποτα και σήμερα».

6 Αυγούστου, 1997

«Η ώρα 15:00 το μεσημέρι. Με κούρασε πολύ η χθεσινή μέρα στη δουλειά. Με έχουν κουράσει οι άνθρωποι και η αλληλεπίδραση μαζί τους. Με κούρασε και η μέρα. Προτιμώ το σκοτάδι της νύχτας. Προτιμώ να είμαι σπίτι μου και να μην μιλάω με κανέναν. Προτιμώ να αντικρύζω, μονάχα, τον ίσκιο μου, καθώς αντικατοπτρίζεται στον τοίχο από το φως των κεριών. Και οι επισκέψεις από φίλους και συγγενείς με κουράζουν. Ελπίζω να μην ξανασυναντήσω ούτε τον άλλον…ποτέ. Δεν υπάρχει για μένα. Δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε και εγώ. Εδώ και καιρό, δεν βρίσκω κάτι ή κάποιον που να με γεμίζει, να με κάνει να ξεχνιέμαι και να με παρασύρει μακριά από τον βυθό των σκέψεων και των φόβων μου. Όλοι και όλα μου θυμίζουν πως απέτυχα και εξακολουθώ να αποτυγχάνω. Μου θυμίζουν πως η πραγματικότητα δεν είναι έτσι, όπως θα την όριζα εγώ. Γιατί όμως; Δεν με άφησαν; Δεν κατάφερα να το αντιστρέψω; Θέλω να πιώ».

«Μάλλον δεν ήξερα το πώς. Δεν κατάφερα ούτε αυτό να κάνω. Νομίζω πως έχω φτάσει στα 27 μου χρόνια και δεν γνωρίζω καν τον εαυτό μου ή αρνούμαι να τον μάθω για να μην πληγωθώ. Δεν αντέχω άλλο. Κουράστηκα, αλήθεια. Πρέπει να το κάνω. Μονάχα, έτσι, θα αλλάξει κάτι ριζικά. Έτσι κ αλλιώς, το ιδανικό εγώ μου δεν υφίσταται. Δεν απέκτησε ποτέ υπόσταση. Ήταν ένα όνειρο που έληξε νωρίς, αφού έχω πάψει από καιρό να ονειρεύομαι. Πρέπει να γίνει».

Ώρα 05:45 το χάραμα, 7 Αυγούστου 1997

«Και πάλι γράφω. Αυτή η παραισθητική μελωδία του ποτού με παρασύρει και με ρουφάει στην αφοπλιστική ηρεμία των σκέψεων και των γραπτών. Το ξημέρωμα που έρχεται είναι το ιδανικό. Θα βρέξει πάλι, όπως και τις προάλλες. Η σκοτεινή αυτή αύρα του ξημερώματος θα είναι απόλυτα ταιριαστή με το σχέδιό μου. Μετά από καιρό…ναι, κατάφερα να δημιουργήσω ένα σχέδιο…το τελικό που θα πραγματοποιηθεί στο σκοτάδι της βροχερής αυγής. Μέσα σε αυτό μεγάλωσα. Με αυτό έζησα και με αυτό…μια βόλτα στον Λυκαβηττό, στο γνωστό παγκάκι. Όλη η Αθήνα για θέα και εγώ θα χαζεύω στο κενό. Θα αλλάξει κάτι. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος».

 

Και κάπως έτσι, η Άννυ αποφάσισε να αποσυρθεί από το προσκήνιο της ζωής και να χαθεί στο κενό. Έκανε πραγματικότητα τον φόβο της…τον θάνατο. Νέκρωνε τη ψυχή της μέρα με τη μέρα. Βυθιζόταν όλο και περισσότερο στο εσωτερικό της κενό. Όλοι και όλα αποτελούσαν μια ψυχαναγκαστική προβολή της εσωτερικής της νεκρότητας. Ο μεγαλύτερός της εχθρός, όμως, αυτός που μάρανε τα εσωτερικά της άνθη, ήταν ο ίδιος της ο εαυτός…όχι οι άλλοι. Αρνούταν να αποδεκτεί τη φύση της, την ύπαρξη των σκοτεινών σημείων της, την αντίθεσή τους με τα φωτεινά, την μαγεία της αντίθεσης, την διαφορετικότητα των άλλων, την μεταβλητή πραγματικότητα. Η αδυναμία της δεν ήταν πως έσβησε τα φώτα και έμεινε με τις σκιές μόνη να συνομιλεί. Η αδυναμία της ήταν που δεν έβλεπε πως το φως ήταν εκεί και μπορούσε να το ανοίξει, όποτε θέλει. Ζούσε σε μια σκοτεινή πλάνη, όπου δεν μπορούσε να διακρίνει το φως της κάμαρας. Αρνούταν…αρνούταν συνεχώς. Επέλεξε μονοπάτια ολισθηρά και κατηφορικά...αυτά της αυτοκαταστροφής. Θεωρούσε πως αποτελεί, μονάχα, μια σκιά που δεν έχει κανένα νόημα ύπαρξης. Αυτή ήταν η πίστη της και αυτήν έκανε πράξη…φόρεσε την σκοτεινή μάσκα και συνάντησε τον θάνατο.

Κάπου εκεί έξω, υπάρχουν πολλοί μοναχικοί

άνθρωποι, όπως η Άννυ. Δείξε λίγη υπομονή,

ενδιαφέρον και ανθρώπινη θαλπωρή.

Ίσως γνωρίσεις το αξόδευτο περρίσιο μέσα τους.

Ίσως τους δώσεις έναν λόγο για να υπάρχουν.

Ίσως μάθεις και εσύ πολλά.

Ξέρεις…αυτά που φοβάσαι.

 

Κωνσταντίνα Κιούση