Κάποιοι μένουν και κάποιοι άλλοι φεύγουν...

Με την Κωνσταντίνα Κιούση

 

«Κι αυτούς που φεύγουν

κι αυτούς που μένουν

οι μοίρες μ'απονιά

πάντα τους δέρνουν»[1]

 

Αυτοί που φεύγουν σφίγγουν τα χέρια των αγαπημένων τους προσώπων, απομακρύνουν τη πνοή τους και αποχαιρετούν τη ψυχή τους. Κουνούν μαντήλι στη ζωή τους, αναστενάζοντας...γιατί πονούν. Αυτοί που μένουν νικούν την μοίρα και την απονιά της ζωής...ψάχνουν να βρουν μια νέα ευχή.

Η ζωή αποτελεί την περίοδο μεταξύ γέννησης και θανάτου. Κάθε ον που έρχεται στη ζωή, νομοτελειακά θα την χάσει...θα πεθάνει. Αυθαίρετο σενάριο φαντασιακής σκηνοθεσίας η ζωή μετά θάνατον. Η ζωή απαρτίζεται από παρελθόν, παρόν και μέλλον. Τα κίνητρα, οι επιλογές και η ελεύθερη βούληση φαίνονται να αποτελούν τις εκφάνσεις της. Κάποιες φορές, όμως, τίποτα δεν είναι βέβαιο στην ανθρώπινη ζωή. Τέτοια στιγμή αποτελεί και ο ξαφνικός αγώνας για την ύπαρξη...το βίαιο δίπολο ζωής και θανάτου...η λεπτή αυτή οριογραμμή. Αμφίρροπο το εάν αποτελεί ασυνείδητη επιλογή ή μοιραία καταστροφή. «Η ζωή είναι μια αρρώστια και η μόνη διαφορά ανάμεσα σ'έναν άνθρωπο και σ'έναν άλλον είναι το στάδιο της αρρώστιας, στο οποίο καθένας τους βρίσκεται»[2].

Η αρρώστια αποτελεί για τον οργανισμό μία παθολογική κατάσταση με δυσάρεστα έως και οδυνηρά συμπτώματα που τον καταβάλλουν. Το σώμα εκφράζει συναισθήματα μέσω της ασθένειας. Υπάρχει, λοιπόν, βαθύτερη σύνδεση των συναισθηματικών καταστάσεων με τα όργανα του σώματος και τις λειτουργίες τους. Ο Freud[3] υποστήριξε την ύπαρξη της ψυχοσυναισθηματικής διάστασης της ασθένειας, ακόμα και όσον αφορά την ασθένεια του καρκίνου. Σύμφωνα με τους θεμελιώδεις ψυχαναλυτικούς νόμους, λοιπόν, ο καρκίνος προκαλείται και ενεργοποιείται από έντονες και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνουμε, χωρίς να τις εκφράζουμε. Η εκδήλωση του καρκίνου αποτελεί την τέλεια λύση που βρίσκουν ο εγκέφαλος και η ψυχή, ώστε να εξαγνιστούν ολοκληρωτικά από τα πάθη και τις αδυναμίες. Αδιαμφισβήτητα παρούσες οι ανθιυγιεινές συνθήκες του περιβάλλοντος. Συγκατοικούμε σε έναν κατασκευασμένο κόσμο με εκατομμύρια μικροοργανισμούς εχθρικούς προς την υγεία μας. Η ειδοποιός, όμως, διαφορά είναι η δράση του εκάστοτε ψυχικού συστήματος ως προς την αντίσταση ή την υποδούλωση.

Η ασθένεια του καρκίνου είναι γνωστή και ως κακοήθης όγκος ή κακόηθες νεόπλασμα. Το κακόηθες νεόπλασμα εισβάλλει στον οργανισμό και επηρεάζει την κυτταρική ανάπτυξη. Αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας που εκδηλώνονται σήμερα στις αναπτυγμένες χώρες και την δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου. Προσβάλλει, συνήθως, άτομα μεγάλης ηλικίας. Υπάρχουν, ωστόσο, και μορφές του καρκίνου που εμφανίζονται σε νεαρής ηλικίας άτομα. Παραδείγματα...η Ελένη και...ξανά...η Ελένη.

 

 

 

 

 

Η ιστορία της Ελένης

Η Ελένη, μόλις σε ηλικία 18 ετών και στο πρώτο έτος των σπουδών της, διεγνώσθη με κακοήθη όζο στον θυροειδή και καρκίνο στους λεμφαδένες, βλέποντας τα πρόσωπα των γιατρών να αλλάζουν χρώμα. Την ημέρα διάγνωσης του καρκίνου, αυτό που την άγχωνε τόσο ήταν το γεγονός πως η μαμά της και ο μπαμπάς της ήταν μαζί και μοιράζονταν κάτι...την λύπη...μετά από πολλά χρόνια.

Δεν είδε ποτέ τη μαμά της να είναι σκεπτική, να κλαίει, να είναι λυπημένη, παρά μόνο θυμάται τα λόγια της: «Όλα είναι μια χαρά...θα το αντιμετωπίσουμε». «Δεν άλλαξε τίποτα στην καθημερινότητα της σχέσης με την μαμά μου. Δεν το επέτρεψε ποτέ. Εκεί που θα έβαζε τις φωνές…το έκανε».

Στις 8 Απριλίου του 2013 πραγματοποιήθηκε η εγχείρηση αφαίρεσης του κακοήθους νεοπλάσματος. Δεν της είχαν πει, όμως, κάτι...πως για έναν μήνα δεν θα μπορούσε να μιλήσει...να ακούσει τη φωνή της...να την ακούσουν και οι άλλοι...οι δικοί της άνθρωποι. Για δεκατέσσερεις ημέρες μετά το χειρουργείο, πέρασε πολύ μοναχικά στο νοσοκομείο. Η μαμά της ήταν συνέχεια εκεί. «Ερχόταν τόσο όμορφη και περιποιημένη στο νοσοκομείο. Μου έφτιαχνε πολύ τη διάθεση αυτό. Δεν την είδα ποτέ με κακομοιρίστικο ύφος». Αυτό, όμως, που την στεναχωρούσε ήταν η απουσία των φίλων της. Ο κολλητός της ήταν φαντάρος και τον έβλεπε σπάνια, στις άδειές του. Η κολλητή της σπούδαζε σε άλλη πόλη. Την επισκέφθηκε μόνο την ημέρα της εγχείρησης. «Δεν μπορούσε να έρθει ή τέλος πάντων...δεν ήρθε». Δεν την ενοχλούσαν οι πόνοι, αλλά η απόσταση από τα αγαπημένα της φιλικά πρόσωπα. Και ενώ η απόσταση την επηρέαζε συναισθηματικά, ένα νοσοκομειακό λάθος, κατά την απολύμανσή της, έφερε την Ελένη αντιμέτωπη με κάψιμο σε όλο της το σώμα και σημάδια που, ευτυχώς, παρήλθαν. Η απόσταση παρέμενε και άρχισε να μετασχηματίζεται σε απομόνωση.

Δύο εβδομάδες ήταν απομονωμένη από όλους. Ήταν απαραίτητο λόγω του ραδιενεργού ιωδίου που έπαιρνε σε μορφή χαπιού για την ρύθμιση της λειτουργίας του θυροειδούς. Αν ερχόταν σε κοντινή επαφή με κάποιον...θα του έκαιγε τον θυροειδή. Πόσο οξύμωρο...να της λείπουν οι δικοί της άνθρωποι και να μην μπορεί να τους πλησιάσει, γιατί θα τους κάνει κακό. Βαρύ το φορτίο της ψυχικής και κοινωνικής απομόνωσης, κάτι για το οποίο και πάλι...δεν την είχαν ενημερώσει. «Ήθελα να μου τα έχουν πει εξ αρχής. Να τα έχω δομήσει στο μυαλό μου και να είμαι έτοιμη να τα ζήσω και να τα αντιμετωπίσω». Δυόμιση οι εβδομάδες της συνολικής απομόνωσης και δύσκολη η εν συνεχεία επαναπροσαρμογή στην συναναστροφή με ανθρώπους. Εκείνη την χρονική περίοδο, άρχισε να επικοινωνεί με ένα αγόρι που είχε γνώση της ασθένειάς της από τον κοινωνικό περίγυρο. Η γνωριμία με τον Δημήτρη μετεξελίχθηκε σε μία αμοιβαία συναισθηματική σχέση. Στο διάστημα αυτό, η Ελένη ξεκίνησε το επώδυνο ταξίδι των χημειοθεραπειών.

Η Ελένη χρειάστηκε να υποβάλλει το σώμα της και, κυρίως, την ψυχή της στο επίπονο μονοπάτι των χημειοθεραπειών. Έντονες τάσεις για εμετό, τρέμουλο και ημιλιπόθυμες διεργασίες....αυτά απάρτιζαν την ψυχοφθόρα διαδικασία που η Ελένη κλήθηκε να περιέλθει. «Ήταν πολύ επώδυνο το διάστημα αυτό. Με έβλεπα να αλλάζω...να μου πέφτουν τα μαλλιά, να αλλοιώνεται η υφή του δέρματός μου...αλλά κυρίως...άλλαζε η ψυχή μου. Δεν με ένοιαζε η εξωτερική μου εικόνα. Αδιαφορούσα. Πονούσα, όμως, εσωτερικά και σκεφτόμουν συνεχώς πως όταν φτιάχνεις κάτι, χαλάει κάτι άλλο. Μου προκαλούσε έντονη ανησυχία η επιρροή των χημικών ουσιών στην γονιμότητά μου...στη ζωή μου».

«Είχα χάσει πολύ χρόνο από τη ζωή μου. Άργησα να το καταλάβω και να αλλάξω σκέψη και στάση. Περνούσα ανούσια τον χρόνο μου. Δεν ξεκίνησα άμεσα την σχολή μου. Το αγόρι μου, όμως, ήταν πάντα στο πλευρό μου». Τον χειμώνα αποφάσισε να ξεκινήσει τη σχολή της. Λίγο μετά...οι γιατροί πραγματοποίησαν, και πάλι, διάγνωση καρκίνου στους λεμφαδένες της. Παρά την αντίθετη γνώμη όλων, η μαμά της την προέτρεψε στην ομοιοπαθητική θεραπεία. «Δεν ένιωθα σωματική αδυναμία, αλλά ψυχικό πόνο. Έλεγα γιατί να μου συμβεί και αυτό». Στην διάρκεια της ομοιοπαθητικής θεραπείας, το ιατρικό πόρισμα επέδειξε την ύπαρξη αυτοάνοσου νοσήματος, σαρκοΐδωσης και όχι καρκίνου. Μία λάθος διάγνωση...μία εναλλακτική γενναία επιλογή...το φως της αλήθειας.

Το αυτοάνοσο νόσημα είχε προσβάλλει τους λεμφαδένες, αλλά, ευτυχώς, όχι τους πνεύμονες. «Εκείνο το διάστημα συνειδητοποίησα πράγματα για τα εφηβικά μου χρόνια. Δεν εκφραζόμουν...δεν εκφράζομαι. Μεταγενέστερα, κατάλαβα πως ο χωρισμός των γονιών μου με είχε μολύνει. Επέλεγα να εξακολουθώ να μολύνω τον εαυτό μου ψυχικά και οργανικά. Έπινα, κάπνιζα...έκανα τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που απαιτούσε η αποθεραπεία μου. Και ο χρόνος...σταμάτησε ξανά. Το χρονόμετρο μηδενίστηκε».

Το αγόρι της Ελένης, ο Δημήτρης, σκοτώθηκε σε τροχαίο. «Μηδένισε η ζωή μου. Από την στιγμή που το έμαθα και για μία εβδομάδα μετά, δεν θυμάμαι τίποτα. Δεν θυμάμαι πως υπήρχα, πως ανέπνεα...δεν ήξερα αν ζούσα. Με πήγαιναν στον γιατρό, με έφερναν από τον γιατρό και εγώ, απλά, ένιωθα τη ψυχή και το σώμα μου σε πλήρη αποσύνθεση. Μπήκα σε ένα ατέρμονο συναισθηματικό αδιέξοδο». Τα συμπτώματα του αυτοάνοσου νοσήματος επιδεινώθηκαν. Η σαρκοΐδωση προσέβαλε, πια, και τους πνεύμονες και η Ελένη είχε αφόρητους πόνους. Πώς, λοιπόν, να μην πίστευε στην μεταβίβαση του ψυχικού πόνου στο σωματικό επίπεδο. Το ένιωθε...το ήξερε πως αυτοπροκαλούσε την σωματική οδύνη. «Είπα πως πρέπει να ξυπνήσω, αν θέλω να ζήσω. Αυτός έφυγε. Εγώ έμεινα. Έπρεπε να κάνω κάτι». Για δύο χρόνια, η Ελένη δεν ήθελε και δεν επέτρεψε να την αγγίξει άλλος άνδρας. Ήταν χαμένη από όλους και, κυρίως...εξαφανισμένη από τον ίδιο της τον εαυτό. «Αν δεν έπινα το βράδυ, αν δεν περιεργαζόμουν την πραγματικότητα και το όνειρο υπό την επήρεια του αλκοόλ, δεν μπορούσα να κοιμηθώ».

Στα 23 της έτη, πια, η Ελένη περιμένει να διώξει και το τελευταίο ίχνος της σαρκοΐδωσης. «Τώρα είμαι εδώ. Πρόσφατα άρχισα να το ζω όλο αυτό...να ταξιδεύω σε αυτό…να το βιώνω πραγματικά. Παλιά δεν ήθελα. Τα απωθούσα όλα. Αποφάσιζα να τα διαγράφω...έτσι νόμιζα πως έκανα, τουλάχιστον. Τώρα, όμως, ξέρω πως όλη αυτή η εμπειρία με ωρίμασε. Βέβαια, έχω γίνει πολύ σκληρή. Δεν μπορώ εύκολα να συμπαρασταθώ στον άλλον. Έχω πληγές που δεν έχω γιατρέψει ακόμα. Πρέπει να κλείσουν. Τώρα που μιλάω για όλα αυτά...αισθάνομαι καλύτερα, αλλά οι πληγές με πονάνε ακόμα. Σε κάποιες δεν έχω ανακαλύψει, ακόμα, το σημείο που βρίσκονται. Θέλω να γιατρευτώ, όμως. Ίσως έρθει κάτι άλλο αργότερα. Όλα αβέβαια είναι, άλλωστε.  Δεν θα'θελα να έχω χάσει την ανεμελιά μου...ούτε να φοβάμαι για τα πάντα. Θα ήθελα να είμαι ανέμελη. Πολλά θα'θελα...αλλά φοβάμαι. Προσπαθώ κάθε μέρα να γίνομαι όλο και περισσότερο ο εαυτός μου. Προσπαθώ. Η διαδρομή είναι μεγάλη...».

 

 

Μια άλλη ιστορία

Υπάρχει και άλλη ιστορία...με διαφορετικό σενάριο...πιο σκοταδιστική σκηνοθεσία...αλλιώτικη ενδυμασία και χάσιμο στην ανυπαρξία. Ένας θυελλώδης αέρας τα όνειρα. Κοιμήσου Ελένη...είναι αργά. Θα σ'αγαπάμε πάντα.

Τέλος

 

Μία ζωή συνεχίζεται...ένας θάνατος ηττήθηκε. Μία ζωή έχασε τα όπλα...ένας θάνατος κέρδισε την μάχη. Η ζωή της Ελένης εξακολουθεί να συνοδεύεται από όνειρα και ψυχική κινητικότητα. Ο θάνατος της Ελένης επέφερε τον μόνιμο τερματισμό της ζωής...έγινε ένας αιώνια ασυνόδευτος ύπνος. Δύο ίδια ονόματα...δύο άλλοι άνθρωποι...δύο διαφορετικές ζωές...δύο αλλιώτικες γλυκιές προσμονές...δύο ξεχωριστές ευχές...σε ένα, όμως, παντοτινά αμφίρροπο βαλς εν ζωή και θανάτω.

 

              Αφιερωμένο στην Ελένη που καρποφορεί ελπίδα και χαμόγελο

       και στην Ελένη που απέπνευσε με μια καρδιά

 που δεν θα σταματήσει να χτυπά.

                                                                                           Οι ψυχές δεν σταματούν να               αντηχούν.

 



[1] «Αυτοί που φεύγουν και αυτοί που μένουν», 1970. Πρώτη εκτέλεση: Πουλόπουλος Γιάννης Μουσική: Ζαμπέτας Γιώργος Στίχοι: Καγιάντας Αλέκος.

[2] Απόφθεγμα του Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα, George Bernard Shaw.

[3] Freud, Sigmund (2012), «Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός», Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία, Αθήνα.

 

[4] Elias, Norbert (1991), «Για τη μοναξιά των θνησκόντων», Μετάφραση: Κοντός, Μηνάς, Περιοδικό "Λεβιάθαν", Τεύχος 09, Εκδόσεις Μερτίκιος, Γεώργιος, Ν.